• Όμορφες Τοποθεσίες

    Ερευνήστε, βρείτε, ταξιδέψτε σε μέρη ξεχωριστά. Παντού γύρω μας υπάρχουν μέρη με ομορφιές που σας περιμένουν να τις αποκαλύψετε. Μπορεί να είναι χιλιόμετρα μακρυά ή τρία τετράγωνα παρακάτω.

  • Άνθρωποι

    Ανακαλύψτε την ομορφιά που μπορεί να βρίσκεται σε ένα δάκρυ, σε μια κραυγή, σε ένα χαμόγελο. Παρτέ πινέλο και τα την RGB παλέτα σας και ζωγραφίστε πορτραίτα γεμάτα συναίσθημα...

  • Φύση

    Πετάει πετάει ο γαϊδαρος; Μπορεί ο γαΐδαρος να μην πετάει αλλά πετούν τα πουλιά και διάφορα έντομα. Η μαγεία της φύσης προσφέρει εξαιρετικά κάδρα για έναν φωτογράφο είτε πηγάζει από το πέταγμα ενός πουλιού, είτε από την απορημένη μουσούδα του αγαπημένου μας γαϊδαράκου.

  • Στούντιο

    Πολλές φορές τα τεχνικά μέσα και η ηρεμία του studio μας προσφέρουν εξαιρετικά αποτελέσματα. Εργαστείτε μέσα σε αυτό και εκμεταλευτείτε τις δυνατότητες που σας δίνει για να πετύχετε το τέλειο αποτέλεσμα.

  • Φως

    Αν δεν υπήρχε το φώς δεν θα υπήρχε φωτογραφία, δε θα υπήρχαν άνθρωποι, δε θα υπήρχε η γη. Τα όμορφα κόλπα του, μπορούν να σας κάνουν να ασχολείστε ώρες με αυτό αλλά ακόμα και να καταστρέψουν μία φωτογραφία σας. Το φως είναι ο σύμμαχός σας, στηριχτείτε πάνω του αλλά προσέξτε τις κινήσεις του.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψηφιακή φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψηφιακή φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή δεν αποθηκεύει μόνον πληροφορίες σχετικά με τα pixel της εικόνας, επίσης αποθηκεύει πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία και την ώρα που μια εικόνα λήφθηκε, το διάφραγμα, την ταχύτητα του κλείστρου, το ISO και πολλές άλλες ρυθμίσεις της κάμερας. Όλες αυτές οι πληροφορίες, που ονομάζονται επίσης και "μεταδεδομένα" (Metadata) είναι αποθηκευμένα σε ένα αρχείο. Ένας από τους πιο συχνούς τύπους αρχείων είναι το EXIF (Exchangeable Image File). Η Japan Electronics  Industry Development Association (JEIDA) δημιούργησε το EXIF ως πρότυπο για την αποθήκευση πληροφοριών, για να ενθαρρύνει τη διαλειτουργικότητα μεταξύ συσκευών απεικόνισης. Αν χρησιμοποιείτε EXIF δεν χρειάζεται να ανησυχείτε αν θα θυμηθείτε τις ρυθμίσεις που χρησιμοποιήσατε κατά τη λήψη της εικόνας, το EXIF θα κάνει αυτό για σας.

Μετά τη λήψη μιας φωτογραφίας και αφού μεταφερθεί στον υπολογιστή σας, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ένα πρόγραμμα επεξεργασίας και προβολής εικόνων, το οποίο σας επιτρέπει να εμφανίσετε ή να επεξεργαστείτε τα δεδομένα EXIF. Για να βεβαιωθείτε ότι δεν έχετε θα χάσετε τα στοιχεία EXIF σώζοντας μια φωτογραφία μετά την επεξεργασία πρέπει να διατηρηθεί η αρχική εικόνα σας χρησιμοποιώντας το "Save As" μετά την επεξεργασία αυτή.


Θα προσπαθήσω να σας δώσω μια γρήγορη εικόνα για το τι είναι το ISO, πριν το αναλύσουμε εκτενώς σε επόμενα άρθρα. Οι ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές έχουν κάποιες τιμές ISO που δείχνουν το επίπεδο ευαισθησίας τους στο φως. Η κανονική ρύθμιση για τις περισσότερες φωτογραφικές μηχανές είναι το ISO 100, αν και ορισμένες πάνε πιο χαμηλά προς το ISO 50. Η ευαισθησία μπορεί να αυξηθεί στα 200, 400, 800, ή ακόμα και 3.200. Οι High-end ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές SLR επιτρέπουν επίσης μερικές ενδιάμεσες αξίες. 

Όταν αυξάνεται η ευαισθησία, η καταγραφή του αισθητήρα ενισχύεται και τόσο λιγότερο φως χρειάζεται. Δυστυχώς, ο ανεπιθύμητος θόρυβος επίσης ενισχύεται. Αυτό δημιουργεί περισσότερο κοκκοειδής εικόνες, ακριβώς όπως και στη συμβατική φωτογραφία, αλλά λόγω διαφορετικών αιτίων. Είναι σαν να ανεβάζετε την ένταση ενός ραδιοφώνου με κακά ηχεία. Αυτό δεν θα ενισχύσει μόνο την επιθυμητή ένταση, αλλά και τον ανεπιθύμητο θόρυβο. Τον τελευταίο καιρό πολλές βελτιώσεις έχουν γίνει στην τεχνολογία αισθητήρων για τη μείωση του επιπέδου θορύβου σε υψηλότερες ταχύτητες ISO, ειδικά σε higher-end φωτογραφικές μηχανές.

Στο  παράδειγμα βλέπετε  πώς το επίπεδο ISO, επηρεάζει την τελική εικόνα:


Έτσι, η ερώτησή σας μπορεί να είναι: Γιατί πρέπει να χρησιμοποιήσω υψηλότερο επίπεδο ISO  εφόσον προσθέτει τόσο πολύ θόρυβο στην εικόνα; Η απάντηση είναι πολύ απλή. Μια φωτογραφία με κάποιο θόρυβο είναι προτιμότερη από μια κουνημένη. Υπάρχουν επίσης προγράμματα για να την διορθώσουμε όσο μπορούμε.

Όταν πατήσετε το κουμπί για να βγάλετε τη φωτογραφία, ένας μηχανισμός στην κάμερα ανοίγει για να εκθέσει τον αισθητήρα στο φως για ένα χρονικό διάστημα (που καλείται χρόνος έκθεσης). Όσο χαμηλότερο είναι το επίπεδο φωτισμού, τόσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος έκθεσης. Αν τραβάτε την εικόνα χωρίς χρήση τρίποδα, απαιτείται μεγαλύτερη έκθεση. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα μια θολή εικόνα, λόγω του ανεξέλεγκτου κουνήματος των χεριών ή της κίνησης του θέματος. Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν μπορείτε να ελέγξετε το επίπεδο του φωτός, το μόνο πράγμα που μπορείτε να κάνετε είναι να αυξηθεί η ευαισθησία του αισθητήρα (υψηλότερο επίπεδο ISO), η οποία θα απαιτήσει λιγότερο φως για την εικόνα και μικρότερο χρόνο έκθεσης.

Εν κατακλείδι, τα διαφορετικά επίπεδα ISO κάνουν τις κάμερες πιο ευέλικτες και μας επιτρέπουν  να τις χρησιμοποιήσουμε σε διάφορες συνθήκες φωτισμού, αλλά με το μειονέκτημα της προσθήκης  λίγο θορύβου στην τελική εικόνα.


Μια μονοπτική κάμερα καθρέπτη (DSLR) είναι μια μηχανή που χρησιμοποιεί ένα μηχανικό σύστημα καθρέφτη και ένα πεντάπρισμα για να κατευθύνει το φως στο πίσω μέρος της μηχανής όπου βρίσκεται ο αισθητήρας.

Για λόγους προεπισκόπησης ο καθρέφτης ανακλά το φως που έρχεται από το φακό προς τα επάνω με μια γωνία 90 μοιρών. Μετά ανακλάται τρεις φορές από το πεντάπρισμα της κορυφής το οποίο διορθώνει την εικόνα για να πάει στο μάτι του φωτογράφου. Κατά τη διάρκεια της έκθεσης ο καθρέφτης κλειδώνει προς τα πάνω, και ο φωτοφράκτης ανοίγει για να επιτρέψουν στην κατάλληλη ποσότητα φωτός να αγγίξει τον αισθητήρα.  Ο φωτοφράκτης στο τέλος καλύπτει τον αισθητήρα  για να τερματίσει την έκθεση και ο καθρέπτης κατεβαίνει καθώς ο φωτοφράκτης επανέρχεται. Ο χρόνος που ο καθρέπτης είναι πάνω λέγεται και «μπλακουτ σκοπεύτρου». Ένας γρήγορος καθρέπτης και φωτοφράκτης είναι ότι καλύτερο για φωτογραφίες  χωρίς καθυστέρηση.

Αυτό γίνεται αυτόματα ακόμα και σε λίγα millisecond, ενώ υπάρχουν κάμερες που μπορούν να το κάνουν από 3 εως 10 φορές στο δευτερόλεπτο.
Οι DSLR προτιμούνται από τους επαγγελματίες λόγω  της ακριβούς προεπισκόπησης του κάδρου τη στιγμή της έκθεσης και επειδή υπάρχει τεράστια δυνατότητα εναλλαγής φακών. Πολλές από αυτές επίσης έχουν και προεπισκόπηση του βάθους πεδίου.

Θετικό για την επιλογή μιας DSLR είναι και το μεγάλο μέγεθος του αισθητήρα σε σχέση με μια compact μηχανή. Μεγάλη είναι και η ομοιότητα του με αυτόν μιας αναλογικής. Αυτό τον κάνει να έχει παρόμοιο βάθος πεδίου και γωνία λήψης με τα format του φιλμ.
Ο όρος DSLR  αναφέρεται σε μηχανές format 35mm, αλλά και μερικές μηχανές μεσαίου format είναι τεχνικά DSLR.

Διαφορά DSLR και point-and-shoot.

Η βασική διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις δύο είναι στο σχεδιασμό του ανακλαστήρα, έτσι μια point-and-shoot εκθέτει μόνιμα τον αισθητήρα στο φως με αποτέλεσμα η οθόνη να μπορεί να αντικαταστήσει το σκόπετρο.

Σχεδιασμός DSLR

Μια SLR κάμερα χρησιμοποιεί τον καθρέπτη για να δείξει στον φωτογράφο το είδωλο. Στην εικόνα βλέπουμε πως ο καθρέπτης (2) ο οποίος βρίσκεται αυστηρά σε μια γωνία 45 μοιρών, ανακλά το φως αφού περάσει από ένα συγκεντρωτικό φακό(6)  πάνω στο πεντάπρισμα(7) το οποίο μεταφέρει καθαρή την εικόνα στον παρατηρητή(8) . Ο φακός εστιάζει συνήθως πατώντας το κουμπί λήψης μέχρι τη μέση, ο καθρέπτης κλειδώνει πάνω, ανοίγει ο φωτοφράκτης(3) και η εικόνα καταγράφεται στον αισθητήρα(4). Τέλος ο φωτοφράκτης κλείνει και ο καθρέπτης επανέρχεται.
Αυτή είναι μια υπεραπλουστευμένη παρουσίαση του διαφράγματος. Παραλείφθηκαν οι αισθητήρες που βοηθάν στην αυτόματη εστίαση. Βρίσκονται στο κάτω μέρος του κουτιού του καθρέφτη και συνήθως ο κυρίως καθρέφτης είναι ημιδιαφανής στο κέντρο για να αφήνει το φως σε ένα δευτερεύοντα που το ανακλά στους αισθητήρες προς τα κάτω.


Η μέθοδος autofocus των DSLR  είναι τύπου αναγνώρισης φάσεων. Είναι πολύ γρήγορη και μειώνει την αναμονή για το focus αλλά απαιτεί ειδικούς φακούς. Στις απλές ψηφιακές αυτό γίνεται με βάση την αναγνώριση του contrast, μέθοδος πολύ πιο αργή σε αρκετές περιπτώσεις.
Ανάλογα με την θέση του καθρέπτη το φως μπορεί να αγγίξει τον καθρέπτη ή τον αισθητήρα. Αυτό εμποδίζει το live preview αν και πολλές σύγχρονες DSLR το προσφέρουν.
Πλεονέκτημα του οπτικού σκοπεύτρου είναι ότι εξομαλύνει την παραμόρφωση σε σχέση με τους EVFs(Electronic View Finders), και ανά πάσα στιγμή σου δείχνει το ακριβές κάδρο που θα τραβήξεις. Δεν έχει δηλαδή την αναμονή απόκρισης της οθόνης μιας compact μηχανής.  Σημαντικό σε φωτογραφίες που η ταχύτητα του φωτογράφου είναι το ζητούμενο. Η ανάλυση της εικόνας είναι πολύ καλύτερη από μια οθόνη, γεγονός πολύ σημαντικό ειδικά στην μάκρο και μίκροφωτογραφία.
Μειονεκτήματα είναι ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η οθόνη για να δεις και να προσαρμόσεις τις εικόνες πριν τις τραβήξεις. Τέλος οι EVFs μπορούν να προσφέρουν καλύτερο preview σε σκοτεινές συνθήκες αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο να δεις την οθόνη σε μεγάλη ηλιοφάνεια.


Η ψηφιακή φωτογραφική μηχανή είναι συσκευή η οποία καταγράφει εικόνες με ηλεκτρονικό τρόπο μέσω φωτοευαίσθητων αισθητήρων, σε αντίθεση με την συμβατική φωτογραφική μηχανή, η οποία καταγράφει εικόνες με χημικές και μηχανικές διαδικασίες. Οι περισσότερες ψηφιακές μηχανές μικρού μεγέθους (κόμπακτ) μπορούν, εκτός των φωτογραφιών, να καταγράψουν ήχο και ταινία βίντεο.

Οπτικό σύστημα

Η ψηφιακή και η συμβατική φωτογραφική μηχανή στηρίζονται εξ ίσου στις οπτικές ιδιότητες του φακού, με τον οποίο είναι εφοδιασμένες. Στην ψηφιακή μηχανή, χρησιμοποιείται για να συγκεντρώνει το φως στον αισθητήρα της μηχανής, ο οποίος το μετατρέπει σε ηλεκτρικό σήμα. Ο φακός είναι από τα πλέον καθοριστικά στοιχεία τόσο για την ευκρίνεια της τελικής εικόνας όσο και για τις φωτογραφικές δυνατότητες κάθε συσκευής. Ο συνδυασμός του διαφράγματος και του κλείστρου ελέγχει το ποσό φωτός που θα δεχτεί ο αισθητήρας (ρύθμιση έκθεσης), όπως και στις μηχανές με φιλμ.

Αισθητήρας

Ανάλογα με τον τρόπο μετατροπής του προσπίπτοντος φωτός σε ηλεκτρικό σήμα, οι αισθητήρες κατατάσσονται σε δύο τύπους: Αισθητήρες CMOS και αισθητήρες CCD.
Ανάλογα με τον τρόπο παραγωγής της χρωματικής πληροφορίας, οι αισθητήρες των ψηφιακών φωτογραφικών μηχανών διακρίνονται σε:

Αισθητήρες με φίλτρο Bayer, τύπου RGB.  Χρησιμοποιείται στις περισσότερες ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές. Χαρακτηριστικό του είναι ότι μπροστά από κάθε υπο-αισθητήρα υπάρχει ένα κόκκινο ή πράσινο ή μπλέ (στα αγγλικά, Red, Green, Blue) φίλτρο. Τα φίλτρα είναι έτσι διατεταγμένα, ώστε η πρώτη σειρά να σχηματίζει πλέγμα υποαισθητήρων RGRGRGRG, η επόμενη GBGBGBGB κ.ο.κ. Ο λόγος που τοποθετούνται περισσότεροι ανιχνευτές για το πράσινο χρώμα σε σχέση με το κόκκινο και το μπλε είναι η καλύτερη προσέγγιση της ευαισθησίας του ανθρώπινου ματιού. Οι τελικές τιμές RGB για κάθε πίξελ στο αρχείο εικόνας παράγονται από μαθηματικό υπολογισμό (παρεμβολή), ο οποίος χρησιμοποιεί την πληροφορία του αντίστοιχου υπο-αισθητήρα αλλά και των γειτονικών του. Έτσι, κάθε πίξελ της παραγόμενης εικόνας περιέχει πλήρη χρωματική πληροφορία, παρόλο που το οπτικό φίλτρο, εμπρός από τον αντίστοιχο υπο-αισθητήρα, είναι μονοχρωματικό. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι αισθητήρες Bayer χρησιμοποιούν πάντοτε και οπτικό φίλτρο αντι-αλίασης (anti-aliasing filter), το οποίο μειώνει ελαφρά την αναλυτικότητα.
Αισθητήρες με φίλτρο Bayer, τύπου RGBE.  Άλλες ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, προσπαθώντας να δημιουργήσουν καλύτερο χρωματικό αποτέλεσμα, χρησιμοποιούν διαφορετική συστοιχία από φίλτρα Bayer, ώστε να μην επαναλαμβάνεται τόσο συχνά το πράσινο. Ένα τέτοιο φίλτρο είναι το RGBE όπου, πέρα από τα βασικά χρώματα, χρησιμοποιείται και το κυανό.
Αισθητήρες με 3 CCD.  Προκειμένου να έχουν καλύτερα αποτελέσματα, ορισμένες φωτογραφικές μηχανές χρησιμοποιούν 3 "μονόδρομους" CCD αισθητήρες. Αφού η εισερχόμενη στην μηχανή εικόνα διασπαστεί με την χρήση κάποιου πρίσματος, μετράται ξεχωριστά η ένταση κάθε βασικού χρώματος από τον καθορισμένο για αυτό το χρώμα αισθητήρα CCD.
Αισθητήρας Foveon X3.  Πρόκειται για μια ακόμη εναλλακτική μορφή αισθητήρα, ο οποίος χρησιμοποιεί έναν υπο-αισθητήρα τριών επιπέδων για το κάθε εικονοστοιχείο (πίξελ). Το κάθε επίπεδο παράγει ένα από τα τρία βασικά χρώματα RGB). Έτσι, ο υπο-αισθητήρας περιέχει ήδη την πλήρη χρωματική πληροφορία και δεν χρειάζεται η μαθηματική παρεμβολή που εφαρμόζεται στην έξοδο των αισθητήρων Bayer αλλά ούτε και το φίλτρο αντι-αλίασης.

Σε όλες τις ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές που δεν προορίζονται για αστρονομική χρήση, ο αισθητήρας διαθέτει και ισχυρό φίλτρο υπερύθρων ακτίνων.
Από τα βασικότερα τεχνικά χαρακτηριστικά ενός αισθητήρα είναι ο αριθμός των υπο-αισθητήρων (και, επομένως, των πίξελ), που καλύπτουν την επιφάνειά του. Όμως, πρέπει να τονιστεί ότι ο αριθμός των πίξελ δεν είναι ποτέ, από μόνος του, ενδεικτικός της ανάλυσης (resolution) της παραγόμενης εικόνας, η οποία επηρεάζεται από το φακό, τον οπτικό θόρυβο (κόκκο) του αισθητήρα και την ποιότητα της επεξεργασίας που υφίσταται η εικόνα πριν την τελική αποθήκευσή της στην κάρτα μνήμης.

Οθόνη και σύστημα χειρισμού

Ενώ τα βασικότερα υποσυστήματα της ψηφιακής μηχανής είναι το οπτικό σύστημα και ο αισθητήρας της, δεν νοείται η έλλειψη οθόνης για την προεπισκόπηση (αγγλικά, preview) των φωτογραφιών και ενός δυνατού και εύχρηστου συστήματος χειρισμού της. Επίσης είναι απαραίτητες οι λειτουργίες επεξεργασίας της εικόνας και αυτόματης διόρθωσης προβλημάτων όπως ο οπτικός θόρυβος, καθώς και η δυνατότητα αποθήκευσης σε διάφορα φορμά εικόνας.

Η καρδιά όλων των παραπάνω λειτουργιών είναι ο μικροελεγκτής της μηχανής, ο οποίος περιέχει ισχυρό λογισμικό και δρα σε συνεργασία με κάποιο εξειδικευμένο ολοκληρωμένο (Application-Specific Integrated Circuit, ASIC) επεξεργασίας εικόνας. Οι εικόνες γράφονται προσωρινά σε πολύ γρήγορη μνήμη RAM, πριν τελικά αποθηκευτούν στην αφαιρούμενη κάρτα μνήμης, η οποία είναι σημαντικά πιο αργή. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται με σκοπό την αύξηση της ταχύτητας λήψης, η οποία φτάνει, στα επαγγελματικά μοντέλα DSLR, τις 5 φωτογραφίες ανά δευτερόλεπτο.

Τελικό αποτέλεσμα

Όταν η εικόνα καταγραφεί στην ψηφιακή μηχανή, είτε μεταφέρεται σε ηλεκτρονικό μέσο αποθήκευσης (προκειμένου να ελευθερωθεί ο χώρος αποθήκευσης της συσκευής) είτε εκτυπώνεται, με χρήση εκτυπωτή ή άλλης ανάλογης συσκευής, όπως ακριβώς και η παλαιότερη φωτογραφία. Το μεγάλο πλεονέκτημα της ψηφιακής εικόνας είναι ότι επιδέχεται επεξεργασία πολύ πιο εύκολα από την κοινή, κάτι που επιτυγχάνεται με τη χρήση ειδικού λογισμικού.

Πλεονεκτήματα

Τα πλεονεκτήματα της ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής είναι:
Χωρίς αλλαγή εξαρτημάτων, η ψηφιακή μηχανή μπορεί να έχει διαφορετική ευαισθησία στο φώς, ανάλογα με τη στάθμη ευαισθησίας (κλίμακα ISO) που επιλέγουμε. Στις μηχανές με φιλμ, αλλαγή στην ευαισθησία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με αλλαγή του φιλμ.

Χωρίς αλλαγή εξαρτημάτων, η ψηφιακή μηχανή μπορεί να έχει διαφορετική χρωματική απόκριση (επιλογή white balance), ανάλογα με τη διαθέσιμη φωτεινή πηγή, ώστε το παραγόμενο αποτέλεσμα να είναι χρωματικά ουδέτερο ή να έχει την απόχρωση που επιθυμούμε. Στις μηχανές με φιλμ, δεν είναι δυνατή η τροποποίηση της χρωματικής απόκρισης παρά μόνο με ειδικά φιλμ ή, εν μέρει, μέσω πρόσθετων, και δύσχρηστων, οπτικών φίλτρων.

Η κάρτα μνήμης μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί πάρα πολλές φορές και δεν χρειάζεται ειδικές συνθήκες αποθήκευσης. Οι αποθηκευμένες εικόνες δεν επηρεάζονται από τα μηχανήματα ακτίνων X στα αεροδρόμια.

Η χωρητικότητα των καρτών μνήμης, όπου αποθηκεύονται οι εικόνες είναι πάρα πολύ μεγάλη. Έτσι μια ψηφιακή μηχανή, εφοδιασμένη με κάρτα υψηλής χωρητικότητας, μπορεί να χωρά πολύ περισσότερες φωτογραφίες από ένα φιλμ 35mm. Επιπλέον, οποιαδήποτε αποθηκευμένη εικόνα μπορεί να διαγραφεί εκ των υστέρων, κάτι που στην κοινή φωτογραφική μηχανή είναι αδύνατο.

Υπάρχουν αρκετοί σύγχρονοι οικιακοί εκτυπωτές οι οποίοι μπορούν να δώσουν από ικανοποιητική έως πολύ υψηλή ποιότητα τυπωμένης ψηφιακής φωτογραφίας. Αυτό είναι αδύνατο να γίνει με ερασιτεχνικό εξοπλισμό, για το έγχρωμο φιλμ τουλάχιστον.

Η ψηφιακή φύση της εικόνας διευκολύνει σε τεράστιο βαθμό την παραγωγή φτηνών πανομοιότυπων αντιγράφων, σε μεγάλη ποικιλία μέσων αποθήκευσης (CD, DVD, σκληρούς δίσκους, κάρτες μνήμης, διαδικτυακές βάσεις δεδομένων κ.α.). Αντίθετα, το αρνητικό φιλμ ναι μεν διατηρείται, αν φυλάσσεται σωστά, για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά η ποιότητα υποβαθμίζεται σε κάθε παραγωγή αντιγράφου. Επίσης, θα πρέπει να εξασφαλιστεί η διαθεσιμότητα χημικών και μηχανημάτων για την εμφάνισή του στο μέλλον, κάτι που είναι αβέβαιο.

Η ενσωματωμένη οθόνη δίνει δυνατότητα στιγμιαίας προθέασης του αποτελέσματος. Αν ο φωτογράφος δεν είναι ικανοποιημένος, μπορεί να επαναλάβει τη φωτογράφιση, π.χ. με άλλες ρυθμίσεις έκθεσης, χρωματικής ισορροπίας, φλας κλπ. Αντίθετα στο φιλμ πρέπει να περιμένουμε την εμφάνισή του (εξαιρείται το φιλμ πολαρόιντ, το οποίο όμως δεν παρήγαγε υψηλής ποιότητας φωτογραφίες και το κόστος του ήταν υψηλό).

Ο ψηφιακός αισθητήρας εικόνας μπορεί, με ανάλογη υποβάθμιση της ποιότητας της παραγόμενης εικόνας, να έχει πολύ μικρές διαστάσεις, διευκολύνοντας την ενσωμάτωση σε άλλες συσκευές, όπως, π.χ. κινητά τηλέφωνα.

Εφόσον δεν υπάρχει φιλμ, δεν επηρεάζεται από την τυχαία είσοδο φωτός ή άλλης ακτινοβολίας στο εσωτερικό της.
Μπορεί να δημιουργήσει, ηλεκτρονικά, μεγέθυνση (zoom) χωρίς να διαθέτει ανάλογο φακό. Αυτή η δυνατότητα υποβαθμίζει σημαντικά την ποιότητα εικόνας και πρέπει να αποφεύγεται εν γένει (το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί εκ των υστέρων, κατά την επεξεργασία της εικόνας σε υπολογιστή).

Ο ίδιος αισθητήρας μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τη λήψη ταινίας βίντεο.

Μειονεκτήματα

Ο αισθητήρας κορέννυται πολύ γρήγορα σε υψηλές στάθμες φωτεινότητας, δίνοντας άχρηστη ("καμμένη") εικόνα (δεν πρόκειται για βλάβη, απλά απώλεια δεδομένων για τη συγκεκριμένη φωτογραφία). Έτσι, η συμπεριφορά του μοιάζει με αυτή του θετικού φιλμ (slide). Αυτό σημαίνει πως ο φωτογράφος πρέπει είναι πολύ προσεκτικός ώστε να αποφεύγει την υπερέκθεση τμημάτων τις φωτογραφίας του. Ευτυχώς, οι σύγχρονες μηχανές δίνουν πολλά βοηθήματα για να αποφευχθεί η υπερέκθεση κατά τη φωτογράφιση, όμως απαιτείται σημαντική εξοικείωση με τη μηχανή και τις βασικές φωτογραφικές έννοιες, προκειμένου να αξιοποιηθούν. Αντίθετα, το αρνητικό φιλμ έχει, ακόμη κι όταν υπερεκτεθεί, σημαντικά περιθώρια αποτύπωσης πληροφορίας.

Πολλά από τα πλεονεκτήματα του ψηφιακού μέσου (όπως η επεξεργασία και η εύκολη παραγωγή αντιγράφων) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν από όσους δεν έχουν εξοικείωση με τη χρήση προσωπικού υπολογιστή (PC).

Στις μηχανές με μικρούς αισθητήρες (κατηγορίες κόμπακτ, σούπερ-κόμπακτ, καθώς και τα κινητά τηλέφωνα), η ποιότητα εικόνας (κόκκος, ευκρίνεια) είναι σημαντικά κατώτερη, και η δυνατότητα περαιτέρω επεξεργασίας περιορίζεται αισθητά λόγω της απουσίας της δυνατότητας παραγωγής αρχείων σε πρωτογενή (raw) μορφή.

Η οικιακή εκτύπωση είναι πάντοτε αρκετά ακριβή, αν συνυπολογιστεί το κόστος των μελανιών και του ειδικού χαρτιού, η δε διάρκεια ζωής της εκτυπωμένης φωτογραφίας δεν είναι μεγάλη, αν δεν ληφθούν μέτρα προφύλαξης, όπως η τοποθέτηση σε άλμπουμ. Η διάρκεια ζωής είναι σημαντικά μεγαλύτερη όταν ο εκτυπωτής είναι θερμικός ή χρησιμοποιεί μη υδατοδιαλυτές μελάνες (pigment-based). Αυτά τα προβλήματα δεν υπάρχουν στην εκτύπωση από επαγγελματικά μηχανήματα, τα οποία συχνά χρησιμοποιούνται και για την εκτύπωση από φιλμ.

Στις ψηφιακές μηχανές με εναλλάξιμους φακούς (όπως οι DSLR), συχνά επικάθεται σκόνη πάνω στον αισθητήρα, με ορατό αποτέλεσμα, ειδικά όταν χρησιμοποιούνται μικρά διαφράγματα. Το πρόβλημα αντιμετωπίζεται εν μέρει με προσεκτικό χειρισμό κατά την αλλαγή φακού και περιστασιακό καθάρισμα του αισθητήρα (όποτε αυτό είναι αναγκαίο). Σε πολλά καινούρια μοντέλα, υπάρχει ενσωματωμένος μηχανισμός αυτόματου καθαρισμού του αισθητήρα.

Μεγάλοι κατασκευαστές

Canon
Nikon
Sony
Fuji
Panasonic
Pentax
Olympus
Hewlett-Packard (HP)
Kodak

Πηγή: Wikipedia


Δημοφιλείς αναρτήσεις

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Buy t-shirts

Social Networks

Twitter Flickr Facebook

[To]PICs